βάλλομαι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]βάλλομαι < παθητική φωνή του ρήματος βάλλω
Ρήμα
[επεξεργασία]βάλλομαι
- βάλλουν εναντίον μου (συνηθίζεται κυρίως σε συγκεκριμένες, καθιερωμένες από παλιότερα εκφράσεις)
- Βάλλομαι πανταχόθεν
- Βάλλονται παντοιοτρόπως, γιατι δεν έχουν καμία διαπραγματευτική ικανότητα
Σύνθετα
[επεξεργασία]- αναβάλλομαι
- διαβάλλομαι,
- καταβάλλομαι, ο καταβαλλόμενος φόρος
- συμβάλλομαι, οι συμβαλλόμενοι
- αναβάλλεται (στο τρίτο πρόσωπο μόνον και όχι για φυσικά πρόσωπα)
- μεταβάλλομαι, οι μεταβαλλόμενες συνθήκες
- αποβάλλομαι, οι αποβληθέντες μαθητές ή αποβλημένοι
- υποβάλλομαι, η υποβαλλόμενη αναφορά
- παρεμβάλλομαι, η παρεμβολή
- προσβάλλομαι, ένιωσα προσβεβλημένος, η προσβληθείσα περιοχή
- προβάλλομαι, η προβληθείσα ταινία, που προβλήθηκε
- παραβάλλομαι, απαράβλητος
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] βάλλομαι
|
|