βάλλομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βάλλομαι < παθητική φωνή του ρήματος βάλλω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

βάλλομαι

  1. βάλλουν εναντίον μου (συνηθίζεται κυρίως σε συγκεκριμένες, καθιερωμένες από παλιότερα εκφράσεις)
    "Βάλλομαι πανταχόθεν" (με χτυπάνε από όλες τις μεριές, κανείς δεν συμφωνεί με αυτό που κάνω ή λέω)
    "Βάλλονται παντοιοτρόπως, γιατι δεν έχουν καμία διαπραγματευτική ικανότητα"

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]