βάλουν

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος 1[επεξεργασία]

βάλουν

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βάζω
  2. θα βάλουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βάζω

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος 2[επεξεργασία]

βάλουν

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βάλλω
  2. θα βάλουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βάλλω