βάλσαμο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | βάλσαμο | τα | βάλσαμα |
| γενική | του | βάλσαμου | των | βάλσαμων |
| αιτιατική | το | βάλσαμο | τα | βάλσαμα |
| κλητική | βάλσαμο | βάλσαμα | ||
| Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βάλσαμο < αρχαία ελληνική βάλσαμον
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βάλσαμο ουδέτερο
- (βότανο) το ανθοφόρο φυτό του γένους Υπερικόν (Hypericum), της οικογένειας Υπερικίδες (Hypericaceae) (είδος: Υπερικόν το διάτρητον / Hypericum perforatum)
- (φαρμακευτική) η φυτική ελαιώδης και ρητινώδης ουσία με φαρμακευτικές ή αρωματικές ιδιότητες για ανάλογες χρήσεις
- ※ Δεν νομίζω ότι υπάρχει συγγραφέας που δεν αντιλαμβάνεται αυτή την πρόκληση επαναγραφής σαν βάλσαμο στην ανασφάλειά του και σαν απόδειξη του ότι τα βιβλία είναι ζωντανά πλάσματα που εξελίσσονται και αποζητούν τη φροντίδα των αναγνωστών, των εκδοτών, των συγγραφέων τους.
- Παύλος Κόντος, Τα δύο ευ της ευτυχίας, Εισαγωγή στα Ηθικά Νικομάχεια του Αριστοτέλη, εκδόσεις: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2023, ISBN 978-960-524-512-2
- ※ Δεν νομίζω ότι υπάρχει συγγραφέας που δεν αντιλαμβάνεται αυτή την πρόκληση επαναγραφής σαν βάλσαμο στην ανασφάλειά του και σαν απόδειξη του ότι τα βιβλία είναι ζωντανά πλάσματα που εξελίσσονται και αποζητούν τη φροντίδα των αναγνωστών, των εκδοτών, των συγγραφέων τους.
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
βάλσαμο στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Βότανα (νέα ελληνικά)
- Φυτά (νέα ελληνικά)
- Φαρμακευτική (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)