βάλσαμο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βάλσαμο βάλσαμα
γενική βάλσαμου βάλσαμων
αιτιατική βάλσαμο βάλσαμα
κλητική βάλσαμο βάλσαμα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βάλσαμο < αρχαία ελληνική βάλσαμον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βάλσαμο ουδέτερο

  1. (βοτανική) ανθοφόρο φυτό του γένους Υπερικόν (Hypericum), της οικογένειας Υπερικίδες (Hypericaceae) (Υπερικόν το διάτρητον / Hypericum perforatum)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: βαλσαμόχορτο, σπαθόχορτο
  2. (βοτανική) (φαρμακευτική) φυτική ελαιώδης και ρητινώδης ουσία με φαρμακευτικές ή αρωματικές ιδιότητες για ανάλογες χρήσεις

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]