βάλτε

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

βάλτε αρσενικό

  1. βάλτος, στην κλητική του ενικού

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

βάλτε

  1. β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βάζω