βάλτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : βαλτός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βάλτος βάλτοι
γενική βάλτου βάλτων
αιτιατική βάλτο βάλτους
κλητική βάλτε βάλτοι
βάλτος στη Γερμανία
(φωτο: Jan van der Crabben)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βάλτος < μεσαιωνική ελληνική βάλτος < σλαβική блато < πρωτοσλαβική *bolto (βάλτος, έλος)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈval.tɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βάλτος αρσενικό

  1. (γεωγραφία) έκταση γης πλημμυρισμένη από γλυκό νερό με χαρακτηριστική βλάστηση από καλαμιώνες και βούρλα
  2. (μεταφορικά) η ακινησία, η στασιμότητα, η έλλειψη εξέλιξης και δημιουργικής πνοής

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]