βάμβαξ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βάμβαξ < αρχαία ελληνική βάμβαξ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βάμβαξ αρσενικό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική βάμβαξ βάμβακε βάμβακες
Γενική βάμβακος βαμβάκοιν βαμβάκων
Δοτική βάμβακι βαμβάκοιν βάμβαξι(ν)
Αιτιατική βάμβακα βάμβακε βάμβακας
Κλητική βάμβαξ βάμβακε βάμβακες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βάμβαξ < περσική پامباک (pambak)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βάμβαξ (ᾰξ) θηλυκό

  1. (βοτανική) το φυτό βαμβακιά

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]