βάναυσος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βάναυσος < αρχαία ελληνική < βαύνος (=κλίβανος) + -ασος (με μετάθεση) (=σιδηρουργός)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βάναυσος, -η, -ο

  1. (για άνθρωπο ή πράξη) σκληρός και βίαιος απέναντι σε άλλους ανθρώπους

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]