βάναυσος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βάναυσος βάναυση βάναυσο
γενική βάναυσου βάναυσης βάναυσου
αιτιατική βάναυσο βάναυση βάναυσο
κλητική βάναυσε βάναυση βάναυσο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βάναυσοι βάναυσες βάναυσα
γενική βάναυσων βάναυσων βάναυσων
αιτιατική βάναυσους βάναυσες βάναυσα
κλητική βάναυσοι βάναυσες βάναυσα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βάναυσος < (λόγιο) αρχαία ελληνική βάναυσος[1] < βαύνος (=κλίβανος) + -ασος (με μετάθεση) (=σιδηρουργός)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈva.naf.sɔs/
συλλαβισμός: βά‐ναυ‐σος

Επίθετο[επεξεργασία]

βάναυσος, -η, -ο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]