βάνδαλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: Βάνδαλος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βάνδαλος < Βάνδαλος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βάνδαλος βάνδαλη βάνδαλο
γενική βάνδαλου βάνδαλης βάνδαλου
αιτιατική βάνδαλο βάνδαλη βάνδαλο
κλητική βάνδαλε βάνδαλη βάνδαλο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βάνδαλοι βάνδαλες βάνδαλα
γενική βάνδαλων βάνδαλων βάνδαλων
αιτιατική βάνδαλους βάνδαλες βάνδαλα
κλητική βάνδαλοι βάνδαλες βάνδαλα

βάνδαλος, -η, -ο

  • που καταστρέφει (ιδίως μνημεία, έργα τέχνης) χωρίς λόγο


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βάνδαλος βάνδαλοι
γενική βανδάλου
& βάνδαλου
βανδάλων
& βάνδαλων
αιτιατική βάνδαλο βανδάλους
& βάνδαλους
κλητική βάνδαλε βάνδαλοι

βάνδαλος αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]