βάπτισα

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Ελληνικά (el) [edit]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[edit]

βάπτισα

  1. α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαπτίζω