βάρδια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βάρδια βάρδιες
γενική βάρδιας βαρδιών
αιτιατική βάρδια βάρδιες
κλητική βάρδια βάρδιες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βάρδια < βενετική vardia < παλαιά άνω γερμανική warta (φρουρά, βάρδια) < πρωτογερμανική *warþō < *warōną (επιβλέπω, προσέχω) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *wer- (προσέχω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈvaɾ.ðʝa/ και /ˈvaɾ.ðia/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βάρδια θηλυκό

  1. εργασία που γίνεται με εναλλαγή προσωπικού σε τακτά χρονικά διαστήματα (κυρίως εργοστάσια, νοσοκομεία, ναυτικό, στρατό, κ.α.)
    Επιπλέον θα μελετηθεί πιθανή αύξηση των βαρδιών για τη λειτουργία του εργοστασίου της Θεσσαλονίκης και τα Σαββατοκύριακα. (*)
    τελειώνει η βάρδια μου
    δουλεύουν σε βάρδιες
  2. το πρόσωπο (ή πρόσωπα) που ασχολούνται με τη φύλαξη χώρων, ο φύλακας, ο φρουρός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]