Μετάβαση στο περιεχόμενο

βάρυκα

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἡ βάρυκᾰ αἱ βάρυκαι
      γενική τῆς βαρύκης τῶν βαρυκῶν
      δοτική τῇ βαρύκῃ ταῖς βαρύκαις
    αιτιατική τὴν βάρυκᾰν τὰς βαρύκᾱς
     κλητική ὦ! βάρυκᾰ βάρυκαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  βαρύκᾱ
γεν-δοτ τοῖν  βαρύκαιν
1η κλίση, Κατηγορία 'θάλασσα' όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

βάρυκα < μεσσαπικής προέλευσης, πιθανώς συγγενές του (αλβανικά) bark. Πιθανώς από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰerH- (τρυπώ) ή *bʰer- (φέρω) [1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βάρυκα θηλυκό

  1. (άπαξ λεγόμενον, κατά τους κατοίκους του Τάραντα)
  1. (ανθρώπινο σώμα) γεννητικά όργανα
  2. καρφίτσα
    ※  5ος αιώνας κε  ⌘ Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Β
    <βάρ[υ]κα> αἰδοῖον, παρὰ Ταραντίνοις. καὶ περόνη
    ≈ συνώνυμα:  αἰδοῖον, περόνη

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ↑ ⌘ Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.