βάσανος

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search
Arrows blue.png Δείτε επίσης: βάσανο

Ελληνικά (el) [edit]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βάσανος βάσανοι
γενική βασάνου βασάνων
αιτιατική βάσανο βασάνους
κλητική βάσανε βάσανοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [edit]

βάσανος < αρχαία ελληνική βάσανος < αρχαία αιγυπτιακή baḫan (είδος πετρώματος που χρησιμοποιόταν ως λυδία λίθος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[edit]

βάσανος θηλυκό

  1. ο εξαντλητικός έλεγχος, για να εξακριβώσουμε ότι κάτι είναι σωστό, ακριβές ή γνήσιο
    υποβάλλω κάτι στη βάσανο της κριτικής

Δείτε επίσης[edit]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[edit]