βάσις
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | βάσῐς | αἱ | βάσεις |
| γενική | τῆς | βάσεως | τῶν | βάσεων |
| δοτική | τῇ | βάσει | ταῖς | βάσεσῐ(ν) |
| αιτιατική | τὴν | βάσῐν | τὰς | βάσεις |
| κλητική ὦ! | βάσῐ | βάσεις | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | βάσει | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | βασέοιν | ||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'πόλις' όπως «πόλις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]βάσις < *βα-τις θέμα βᾱ- όπως και στο ρήμα βαίνω[1] < προελληνική *gʷə́tis < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *gʷémtis < *gʷem-
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ↷ λατινικά: basis, ⇘ νέα ελληνικά: βάση
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βάσις θηλυκό
- βάδισμα, βήμα
- χορευτικός βηματισμός
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοφάνης, Θεσμοφοριάζουσαι, στίχ. 968
- πρῶτον εὐκύκλου χορείας εὐφυᾶ στῆσαι βάσιν
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοφάνης, Θεσμοφοριάζουσαι, στίχ. 968
- (ανατομία) πόδι ή πέλμα
- (γεωμετρία) η βάση ενός δισδιάστατου σχήματος
- (αστρολογία) ωροσκόπος
- σειρά, ακολουθία
- σταθερή θέση
- βάση
Συγγενικά
[επεξεργασία]θέμα βα-
άλλα θέματα
→ και δείτε τη λέξη βαίνω
Σύνθετα
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- βάσις - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- βάσις - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'πόλις' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πόλις' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πόλις' θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πόλις' παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την προελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (ελληνιστική κοινή)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αισχύλο (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αριστοφάνη (αρχαία ελληνικά)
- Ανατομία (αρχαία ελληνικά)
- Γεωμετρία (αρχαία ελληνικά)
- Αστρολογία (αρχαία ελληνικά)
- Ρητορική (αρχαία ελληνικά)
- Μετρική (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)