Μετάβαση στο περιεχόμενο

βάσις

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική βάσῐς αἱ βάσεις
      γενική τῆς βάσεως τῶν βάσεων
      δοτική τῇ βάσει ταῖς βάσεσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν βάσῐν τὰς βάσεις
     κλητική ! βάσῐ βάσεις
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  βάσει
γεν-δοτ τοῖν  βασέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'πόλις' όπως «πόλις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

βάσις < *βα-τις θέμα βᾱ- όπως και στο ρήμα βαίνω[1] < προελληνική *gʷə́tis < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *gʷémtis < *gʷem-

ΑΠΟΓΟΝΟΙ: λατινικά: basis, νέα ελληνικά: βάση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βάσις θηλυκό

  1. βάδισμα, βήμα
      6ος/5ος πκε αιώνας Αἰσχύλος, Εὐμενίδες, στίχ. 36
    ὡς μήτε σωκεῖν μήτε μ᾽ ἀκταίνειν βάσιν, // τρέχω δὲ χερσίν, οὐ ποδωκείᾳ σκελῶν·
  2. χορευτικός βηματισμός
      5ος/4ος πκε αιώνας Ἀριστοφάνης, Θεσμοφοριάζουσαι, στίχ. 968
    πρῶτον εὐκύκλου χορείας εὐφυᾶ στῆσαι βάσιν
  3. (ανατομία) πόδι ή πέλμα
  4. (γεωμετρία) η βάση ενός δισδιάστατου σχήματος
  5. (αστρολογία) ωροσκόπος
     συνώνυμα:  ὡροσκόπος
  6. σειρά, ακολουθία
  7. σταθερή θέση
  8. βάση
  1. (ρητορική) ρυθμικό κλείσιμο μιας πρότασης
  2. (μετρική) ένας μετρικός πους

Συγγενικά

[επεξεργασία]

θέμα βα-

άλλα θέματα

 και δείτε τη λέξη βαίνω

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.