Μετάβαση στο περιεχόμενο

βάσισε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

βάσισε

  1. γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασίζω
  2. β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βασίζω