βάτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : βατός

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βάτος βάτοι
γενική βάτου βάτων
αιτιατική βάτο βάτους
κλητική βάτε
βάτο*
βάτοι
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βάτος βάτοι
γενική βάτου βάτων
αιτιατική βάτο βάτους
κλητική βάτε βάτοι
Βάτος του είδους Rubus crataegifolius

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βάτος < αρχαία ελληνική η βάτος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈva.tɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βάτος αρσενικό ή θηλυκό

  1. (βοτανική) θάμνος του γένους Rubus, συνήθως αγκαθωτός, με οδοντωτά φύλλα και μικρά άνθη· μερικά είδη παράγουν εδώδιμους καρπούς, όπως η βατομουριά και η σμεουριά.
  2. γενικός όρος που περιλαμβάνει πολλούς αγκαθωτούς θάμνους ή μικρά δέντρα.

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • η φλεγομένη βάτος: κατά τη Βίβλο, θάμνος που ο Μωυσής είδε να φλέγεται χωρίς να καίγεται (Έξοδος, κεφάλαιο 3)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Το ουσιαστικό βάτος χρησιμοποιείται άλλοτε στο αρσενικό και άλλοτε στο θηλυκό γένος. Επίσης υπάρχει και εναλλακτική μορφή σε ουδέτερο γένος: Το βάτο. Το ουσ. βάτος σχηματίζει 2 τύπους πληθυντικού. Έναν κανονικό και έναν σε ουδέτερο γένος. Αυτός ο 2ος πληθυντικός είναι ο πληθυντικός αυτής της εναλλακτικής μορφής κι αυτός είναι που χρησιμοποιείται συνήθως.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]