βάτος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈva.tos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : βά‐τος
- τονικό παρώνυμο: βατός
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | 2ος πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| αρσενικό | αρσενικό | ουδέτερο | ||||
| ονομαστική | ο | βάτος | οι | βάτοι | τα | βάτα |
| γενική | του | βάτου | των | βάτων | των | βάτων |
| αιτιατική | τον | βάτο | τους | βάτους | τα | βάτα |
| κλητική | βάτε | βάτοι | βάτα | |||
| Κατηγορία όπως «ναύλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||
- βάτος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βάτος (θηλυκό για το θάμνο, επίσης αρσενικό για ένα είδος σαλαχιού). Συγκρίνετε με το θηλυκό βάτος.
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βάτος αρσενικό ή θηλυκό
- (φυτό)
- θάμνος του γένους Rubus, συνήθως αγκαθωτός, με οδοντωτά φύλλα και μικρά άνθη· μερικά είδη παράγουν εδώδιμους καρπούς, όπως η βατομουριά και η σμεουριά
- (γενικά) αγκαθωτός θάμνος διαφόρων ειδών, ή χαμηλό δέντρο
- ※ 19ος/20ός αιώνας ⌘ Πηνελόπη Δέλτα, 1874‑1941 Στα μυστικά του βάλτου, Κεφάλαιο ΚΣΤ, χ.ε., αρχική δημοσίευση: 1937.
- και τράβηξε ο Άγρας για την Κούγκα, πάλι κανένας δεν παρατήρησε το μικρό μονόξυλο, που περνούσε σιωπηλά, αργά, σα σαύρα, ανάμεσα στις χλωρές φυτείες, με το λαφρύ σουσούρισμα του ανέμου μες στα ραγάζια και στους βάτους.
- ※ 19ος/20ός αιώνας ⌘ Πηνελόπη Δέλτα, 1874‑1941 Στα μυστικά του βάλτου, Κεφάλαιο ΚΣΤ, χ.ε., αρχική δημοσίευση: 1937.
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- βατιάς (αρσενικό, λόγιο)
- βάτινος
- βάτινο (ο καρπός)
- βατοβλάσταρο
- βατοκόπι
- βατοκόπος
- βατοκοπώ
- βατομουριά
- βατόμουρο
- Βατοπέδι
- βατοπεδινός
- βατουλιά
- βατούνι
- βατουριά
- και Βατ-, Βατο- (σύνθετα ταξινομικών όρων βοτανικής)
διαλεκτικά:
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | βάτος | οι | βάτοι |
| γενική | του | βάτου | των | βάτων |
| αιτιατική | τον | βάτο | τους | βάτους |
| κλητική | βάτε | βάτοι | ||
| Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
βάτος αρσενικό
- (μόνον αρσενικό: ιχθυολογία) είδος ψαριού
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]- και τη συνώνυμη αρχαία ελληνική βατίς
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ο βάτος (το είδος ψαριού)
|
|
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | βάτος | οι | βάτοι |
| γενική | της | βάτου | των | βάτων |
| αιτιατική | τη | βάτο | τις | βάτους |
| κλητική | βάτε | βάτοι | ||
| Κατηγορία όπως «νόσος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
- βάτος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βάτος (θηλυκό για το θάμνο). Συγκρίνετε με το αρσενικό βάτος.
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βάτος αρσενικό ή θηλυκό
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- η φλεγομένη βάτος
- η καιομένη βάτος : κατά τη Βίβλο, θάμνος που ο Μωυσής είδε να φλέγεται χωρίς να καίγεται (Έξοδος, κεφάλαιο 3)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] η βάτος σε βιβλικό κείμενο
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- ⌘ Δημήτριος Β. Δημητράκος (1964) Μέγα λεξικὸν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, 1930-1950. 2η έκδοση:1964. Αθήνα: Εκδόσεις: Δομή (15 τόμοι) & επανεκδόσεις, 1η έκδοση:1953 (9 τόμοι) Ελληνική Παιδεία.
- βάτος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βάτος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βάτος (αρσενικό και θηλυκό στις ίδιες σημασίες)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βάτος αρσενικό ή θηλυκό
Παράγωγα
[επεξεργασία]- βατοκλαδοκρυβοῦμαι
- βατοκόπιον
- Βάτος (κύριο όνομα)
- βατώδης
Δε σχετίζεται το βαττολογῶ, ούτε ο δυσβατότοπος (δυσβατό-τοπος)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βάτος αρσενικό
- (ιχθυολογία) ο βάτος (είδος ψαριού), ράγια
Παράγωγα
[επεξεργασία]- βατόπουλον, βατόπουλο (υποκοριστικό)
Πηγές
[επεξεργασία]- βάτος - LBG - Erich Trapp, et al. (1994–2007) Lexikon zur byzantinischen Gräzität besonders des 9.-12. Jahrhunderts [Λεξικό της Βυζαντινής Ελληνικής, ιδίως για τον 9ο-12ο αιώνα], Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften (Έκδοση της Αυστριακής Ακαδημίας Επιστημών)
- βάτος - Επιτομή του Λεξικού ⌘ Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].
- σελ.112, Τόμος 4ος - ⌘ Εμμανουήλ Κριαράς. Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Τόμοι Α-… (1969-). Επιμελητές: Τόμοι 1-14, Κριαράς. Τόμοι 15-22, Ιωάννης Ν. Καζάζης. Τόμοι 23-… Γ. Κ. Γιαννάκης. Πολυτονικό σύστημα: τόμοι 1-4, μονοτονικό: τόμοι 5-τέλος, pdf.Βιβλιογραφία. Οι τόμοι 1-18 στα Άπαντα Εμμανουήλ Κριαρά στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | βάτος | αἱ | βάτοι |
| γενική | τῆς | βάτου | τῶν | βάτων |
| δοτική | τῇ | βάτῳ | ταῖς | βάτοις |
| αιτιατική | τὴν | βάτον | τὰς | βάτους |
| κλητική ὦ! | βάτε | βάτοι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | βάτω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | βάτοιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «νόσος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
βάτος θηλυκό
- (φυτό) ο βάτος (Rubus ulmifolius)
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | βάτος | οἱ | βάτοι |
| γενική | τοῦ | βάτου | τῶν | βάτων |
| δοτική | τῷ | βάτῳ | τοῖς | βάτοις |
| αιτιατική | τὸν | βάτον | τοὺς | βάτους |
| κλητική ὦ! | βάτε | βάτοι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | βάτω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | βάτοιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
βάτος αρσενικό
- (ιχθυολογία) είδος πλατιού ψαριού όπως το σαλάχι, ο βάτος
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- βάτος < (άμεσο δάνειο) εβραϊκή בַּת (baṯ)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βάτος αρσενικό
- μονάδα μέτρησης υγρών
- άλλες μορφές: βάδος
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- βάτος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- βάτος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
- ⌘ Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.
- Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Κατηγορίες:
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Τονικά παρώνυμα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναύλος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ανώμαλα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Φυτά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τη Δέλτα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)
- Ιχθυολογία (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νόσος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Βοτανική (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Ουσιαστικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Φυτά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Ιχθυολογία (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λέξεις με άγνωστη ετυμολογία (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (ελληνιστική κοινή)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Φυτά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ιχθυολογία (αρχαία ελληνικά)
- Δάνεια από τα εβραϊκά (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα εβραϊκά (αρχαία ελληνικά)
- Μονάδες μέτρησης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με πολλαπλά γένη και σημασίες (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)