βάφομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βάφομαι < παθητική φωνή του ρήματος βάφω

Ρήμα[επεξεργασία]

βάφομαι

  1. βάφω τον εαυτό μου
  2. (ειδικότερα) εφαρμόζω χρώματα στο πρόσωπό μου για να το κάνω πιο όμορφο ή για να μεταμφιεστώ ή στο πλαίσιο μιας τελετουργίας κλπ
  3. εμποτίζομαι με ένα χρώμα
    το χώμα βάφτηκε κόκκινο (για να δηλώσουμε την αιματοχυσία)

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]