βάφομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βάφομαι < παθητική φωνή του ρήματος βάφω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

βάφομαι

  1. βάφω τον εαυτό μου
  2. (ειδικότερα) εφαρμόζω χρώματα στο πρόσωπό μου για να το κάνω πιο όμορφο ή για να μεταμφιεστώ ή στο πλαίσιο μιας τελετουργίας κλπ
  3. εμποτίζομαι με ένα χρώμα
    το χώμα βάφτηκε κόκκινο (για να δηλώσουμε την αιματοχυσία)

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]