βάφτισε

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Ελληνικά (el) [edit]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[edit]

βάφτισε

  1. γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαφτίζω
  2. β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βαφτίζω