βάψιμο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βάψιμο βαψίματα
γενική βαψίματος βαψιμάτων
αιτιατική βάψιμο βαψίματα
κλητική βάψιμο βαψίματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βάψιμο < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βάψιμο ουδέτερο

  1. η ενέργεια του βάφω
    το παραδοσιακό βάψιμο των αβγών τη Μεγάλη Πέμπτη
  2. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του βάφομαι


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]