βίκοι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : Βίκυ, Βίκη, βίκι

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

βίκοι αρσενικό

  1. βίκος, στην ονομαστική και την κλητική του πληθυντικού