βίκος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | βίκος | οι | βίκοι |
| γενική | του | βίκου | των | βίκων |
| αιτιατική | τον | βίκο | τους | βίκους |
| κλητική | βίκε | βίκοι | ||
| Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βίκος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βίκος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βίκος αρσενικό
- (φυτό) ψυχανθές φυτό (vicia sativa) κατάλληλο και για ζωοτροφή
- ※ Κι ἐνῷ μπροστά του εἴχανε πίτουρα καί κριθάρι / ἄχυρο, βίκο καί σανό, / στῆσαν καυγᾶ ἀληθινό / καί δέν τολμᾶ κανένας τους ἕνα μεζέ νά πάρη (Δημήτριος Γ. Καμπούρογλου, Παλαιαί ἁμαρτίαι, Λυρική συλλογή , Ὀνομαχία , τυπογρ. Ἕνωσις, 1881, σελ. 7 [https://www.google.gr/books/edition/Mythoi_kai_dialogoi_pros_chr%C4%93sin_t%C5%8Dn_a/_PeZTPobvdUC?hl=el&gbpv=1&dq=%22%CE%92%CE%AF%CE%BA%CE%BF%22%20-%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%B6%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CF%82&pg=PA7&printsec=frontcover)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | βίκος | οἱ | βίκοι |
| γενική | τοῦ | βίκου | τῶν | βίκων |
| δοτική | τῷ | βίκῳ | τοῖς | βίκοις |
| αιτιατική | τὸν | βίκον | τοὺς | βίκους |
| κλητική ὦ! | βίκε | βίκοι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | βίκω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | βίκοιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βίκος < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βίκος αρσενικό
Αναφορές
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- βίκος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- βίκος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Φυτά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Ουσιαστικά με κλίση 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Φυτά (αρχαία ελληνικά)
- Όσπρια (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)