βίρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βίρα < βενετική virar (τραβώ, σηκώνω)[1][2]

Open book 01.svg Επιφώνημα[επεξεργασία]

βίρα

  1. (ναυτικός όρος) παράγγελμα: σήκωσε, τράβα, ανέβασε κάποιο αντικείμενο, όπως πανί, σημαία, ή άγκυρα.
    βίρα την άγκυρα, αποπλέουμε.
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα:: μάινα
  2. (μεταφορικά) εμπρός!, ξεκινάμε! ιδίως στην έκφραση:
    βίρα τις άγκυρες

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βίρα ουδέτερο

  • (ναυτικός όρος) το βιράρισμα, η διαδικασία του ανεβάσματος ενός αντικειμένου όπως ένα πανί, μία σημαία, ή της άγκυρας στο πλοίο.
    με το βίρα της άγκυρας, να λασκάρετε τις πρυμάτσες

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. βίρα στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 
    Ως επιφώνημα.