Μετάβαση στο περιεχόμενο

βίρρος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ὁ βίρρος οἱ βίρροι
      γενική τοῦ βίρρου τῶν βίρρων
      δοτική τῷ βίρρῳ τοῖς βίρροις
    αιτιατική τὸν βίρρον τοὺς βίρρους
     κλητική ὦ! βίρρε βίρροι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  βίρρω
γεν-δοτ τοῖν  βίρροιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βίρρος < (άμεσο δάνειο) λατινική birrus < γαλατικά *birros < κελτικά *birros (κοντός)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βίρρος αρσενικό (ελληνιστική κοινή)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]