Μετάβαση στο περιεχόμενο

βίτσιο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βίτσιο τα βίτσια
      γενική του βίτσιου των βίτσιων
    αιτιατική το βίτσιο τα βίτσια
     κλητική βίτσιο βίτσια
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βίτσιο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βίτσιον < ιταλική vizio (ελάττωμα, κακή συνήθεια)[1][2] < λατινική vitium[3] < *wi-tio- < *wei (ενοχή, παράπτωμα)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈvi.t͡si̯o/ και /ˈvi.t͡sço/
τυπογραφικός συλλαβισμός: βίτσιο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βίτσιο ουδέτερο

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. βίτσιο - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. Νικόλσκαγια Αλεξάνδρα, Συγκριτική μελέτη του γλωσσικού δανεισμού από την ιταλική και τη βενετική στις βαλκανικές γλώσσες, με έμφαση στην ελληνική και την αλβανική, Σχολή Ανθρωπιστικών Επιστημών (ΣΑΕ), Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, [μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία], Πάτρα 2025, σελ. 86
  3. βίτσιον -  Επιτομή του Λεξικού Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].