βίτσιο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | βίτσιο | τα | βίτσια |
| γενική | του | βίτσιου | των | βίτσιων |
| αιτιατική | το | βίτσιο | τα | βίτσια |
| κλητική | βίτσιο | βίτσια | ||
| Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈvi.t͡si̯o/ και /ˈvi.t͡sço/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : βί‐τσιο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βίτσιο ουδέτερο
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ βίτσιο - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ Νικόλσκαγια Αλεξάνδρα, Συγκριτική μελέτη του γλωσσικού δανεισμού από την ιταλική και τη βενετική στις βαλκανικές γλώσσες, με έμφαση στην ελληνική και την αλβανική, Σχολή Ανθρωπιστικών Επιστημών (ΣΑΕ), Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, [μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία], Πάτρα 2025, σελ. 86
- ↑ βίτσιον - Επιτομή του Λεξικού ⌘ Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)