βαΐς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική βαΐς βαΐδε βαΐδες
Γενική βαΐδος βαΐδοιν βαΐδων
Δοτική βαΐδι βαΐδοιν βαΐσι(ν)
Αιτιατική βαΐδα βαΐδε βαΐδας
Κλητική βαΐς βαΐδε βαΐδες
γενική πληθυντικού και βαΐων

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαΐς < αρχαία αιγυπτιακά b'j (κοπτικά bai)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βαΐς θηλυκό (& βάϊς)

  • (μεταγενέστερη ελληνική ) κλαδί φοίνικα
    ἐγὼ φυτὸν ὄνομα βαΐς, ἐγὼ ἀπόρροια αἵματος ἀπὸ τῆς τοῦ μεγάλου ταφῆς τῶν βαΐων, ἐγὼ ἡ Πίστις εἰς ἀνθρώπους εὑρεθεῖσα (Papyri Graecae Magicae, 12, 227)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]