βαίνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαίνω < αρχαία ελληνική βαίνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

βαίνω

  1. (λόγιο) βαδίζω, πηγαίνω
  2. (μαθηματικά) (για επίκεντρες γωνίες) αντιστοιχώ σε τόξο κύκλου
    η ορθή (γωνία) βαίνει σε τεταρτοκύκλιο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

πρόσωπα Ενεστώτας Παρατατικός Εξ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. βαίνω έβαινα θα βαίνω να βαίνω βαίνοντας
β' ενικ. βαίνεις έβαινες θα βαίνεις να βαίνεις βαίνε
γ' ενικ. βαίνει έβαινε θα βαίνει να βαίνει
α' πληθ. βαίνουμε βαίναμε θα βαίνουμε να βαίνουμε
β' πληθ. βαίνετε βαίνατε θα βαίνετε να βαίνετε βαίνετε
γ' πληθ. βαίνουν(ε) έβαιναν
βαίναν(ε)
θα βαίνουν(ε) να βαίνουν(ε)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαίνω < πρωτοελληνική *gʷəňňō < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *gʷm̥yéti < *gʷem- + *-yéti. Συγγενές με το (λατινικά) venio.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

βαίνω

  1. περπατώ

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]