βαβούρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βαβούρα βαβούρες
γενική βαβούρας
αιτιατική βαβούρα βαβούρες
κλητική βαβούρα βαβούρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαβούρα < μεσαιωνική ελληνική ηχομιμητική λέξη, ίσως από την ελληνιστική κοινή βαβάζω (“φωνάζω”) με προφορά /bab/.[1] Ονοματοποίηση του θορύβου, όπως και στη λέξη βάρβαρος.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βαβούρα θηλυκό

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές [επεξεργασία]

  1. λήμμα: βαβούρα στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας