βαγγέλιο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | βαγγέλιο | τα | βαγγέλια |
| γενική | του | βαγγέλιου | των | βαγγέλιων |
| αιτιατική | το | βαγγέλιο | τα | βαγγέλια |
| κλητική | βαγγέλιο | βαγγέλια | ||
| Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βαγγέλιο < (μεσαιωνικά ελληνικά) βαγγέλιο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βαγγέλιο ουδέτερο
- το ευαγγέλιο
- → δείτε τη λέξη ευαγγέλιο
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βαγγέλιο < (από αφαίρεση) εὐαγγέλιον < εὐάγγελος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βαγγέλιο ουδέτερο
- (θρησκεία, χριστιανισμός) το ευαγγέλιο
-
- να ποίσου στάβλους εκκλησιές, να καίουν τας εικόνας
να σχίζουν, να καταπατούν τα 'λόχρυσα βαγγέλια
- να ποίσου στάβλους εκκλησιές, να καίουν τας εικόνας
-
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- βαγγέλιο - Επιτομή του Λεξικού ⌘ Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].
- βαγγέλιο - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Επέκταση
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Ουσιαστικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Θρησκεία (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Χριστιανισμός (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)