βαγενάς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο βαγενάς οι βαγενάδες
      γενική του βαγενά των βαγενάδων
    αιτιατική τον βαγενά τους βαγενάδες
     κλητική βαγενά βαγενάδες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαγενάς < βαγέν(ι) + -άς

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βαγενάς αρσενικό

  1. (παρωχημένο) βαρελάς
  2. τεχνίτης που επισκευάζει ή φροντίζει για τη συντήρηση των βαγενιών

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  • Τη δουλειά αυτή, […], την έκαναν οι βαγενάδες, ειδικοί, Ηπειρώτες ή Αρβανίτες, μαστόροι που έφταναν στο νησί [: η Λευκάδα] κάθε καλοκαίρι και γύριζαν μαστορεύοντας από γειτονιά σε γειτονιά κι από σπίτι σε σπίτι. Πανταζής Κοντομίχης, Τα γεωργικά της Λευκάδας (Αθήνα 1985), σ. 122.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]