βαθμίδα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βαθμίδα βαθμίδες
γενική βαθμίδας βαθμίδων
αιτιατική βαθμίδα βαθμίδες
κλητική βαθμίδα βαθμίδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαθμίδα
(σκαλοπάτι) < (λόγιο) αιτιατική ενικού βαθμίδα από την αρχαία ελληνική βαθμίς
{ιεραρχική θέση) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική grade[1]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vaθˈmi.ða/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βαθμίδα θηλυκό

  1. σκαλοπάτι, αναβαθμός
  2. βαθμός κατάταξης, σε μια ιεραρχημένη κλίμακα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. βαθμίδα στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.