βαθμολογημένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βαθμολογημένος βαθμολογημένη βαθμολογημένο
γενική βαθμολογημένου βαθμολογημένης βαθμολογημένου
αιτιατική βαθμολογημένο βαθμολογημένη βαθμολογημένο
κλητική βαθμολογημένε βαθμολογημένη βαθμολογημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βαθμολογημένοι βαθμολογημένες βαθμολογημένα
γενική βαθμολογημένων βαθμολογημένων βαθμολογημένων
αιτιατική βαθμολογημένους βαθμολογημένες βαθμολογημένα
κλητική βαθμολογημένοι βαθμολογημένες βαθμολογημένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαθμολογημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος βαθμολογώ

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /va.θμɔ.lɔ.ʝi.ˈmɛ.nɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /va.θμɔ.lɔ.ʝi.ˈmɛ.ni/ θηλυκό
ΔΦΑ : /va.θμɔ.lɔ.ʝi.ˈmɛ.nɔ/ ουδέτερο

Μετοχή[επεξεργασία]

βαθμολογημένος, -η, -ο

  1. που έχει βαθμολογηθεί


Μεταφράσεις[επεξεργασία]