βαθμονομημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βαθμονομημένος βαθμονομημένη βαθμονομημένο
γενική βαθμονομημένου βαθμονομημένης βαθμονομημένου
αιτιατική βαθμονομημένο βαθμονομημένη βαθμονομημένο
κλητική βαθμονομημένε βαθμονομημένη βαθμονομημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βαθμονομημένοι βαθμονομημένες βαθμονομημένα
γενική βαθμονομημένων βαθμονομημένων βαθμονομημένων
αιτιατική βαθμονομημένους βαθμονομημένες βαθμονομημένα
κλητική βαθμονομημένοι βαθμονομημένες βαθμονομημένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαθμονομημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος βαθμονομώ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /va.θμɔ.nɔ.mi.ˈmɛ.nɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /va.θμɔ.nɔ.mi.ˈmɛ.ni/ θηλυκό
ΔΦΑ : /va.θμɔ.nɔ.mi.ˈmɛ.nɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

βαθμονομημένος, -η, -ο

  1. που έχει βαθμονομηθεί


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]