βαθμός συγγένειας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαθμός συγγένειας < → δείτε τις λέξεις βαθμός και συγγένειας

Πολυλεκτικός όρος[επεξεργασία]

βαθμός συγγένειας αρσενικό, (καθαρεύουσα) βαθμός συγγενείας

  1. (νομική): μέτρο σχέσης προσώπων (συγγενών) εξ αίματος, ή εξ αγχιστείας
    τρίτου βαθμού συγγένειας

Μεταφράσεις[επεξεργασία]