βακουφικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βακουφικός βακουφική βακουφικό
γενική βακουφικού βακουφικής βακουφικού
αιτιατική βακουφικό βακουφική βακουφικό
κλητική βακουφικέ βακουφική βακουφικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βακουφικοί βακουφικές βακουφικά
γενική βακουφικών βακουφικών βακουφικών
αιτιατική βακουφικούς βακουφικές βακουφικά
κλητική βακουφικοί βακουφικές βακουφικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βακουφικός < βακούφι + -ικός < τουρκική vakıf < αραβική وقف (waḳf)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βακουφικός, -ή, -ό

  • που ανήκει σε βακούφι ή αναφέρεται σ' αυτό

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]