βαλανεύς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαλανεύς < βαλανεῖον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βαλανεύς αρσενικό

  1. ο επιστάτης/ υπάλληλος / υπηρέτης του βαλανείου (των λουτρών)
  2. ο φλύαρος άνθρωπος (δεδομένου ότι οι βαλανείς είχαν τη φήμη φλύαρων)