βαλβίς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

→ λείπει η κλίση

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαλβίς < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βαλβίς, -ῖδος θηλυκό

  1. (αθλητισμός) το σκοινί μπροστά από τους δρομείς σε αγώνα δρόμου
  2. (μεταφορικά) οποιοδήποτε σημείο εκκίνησης

Αναφορές[επεξεργασία]