βαλμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βαλμένος βαλμένη βαλμένο
γενική βαλμένου βαλμένης βαλμένου
αιτιατική βαλμένο βαλμένη βαλμένο
κλητική βαλμένε βαλμένη βαλμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βαλμένοι βαλμένες βαλμένα
γενική βαλμένων βαλμένων βαλμένων
αιτιατική βαλμένους βαλμένες βαλμένα
κλητική βαλμένοι βαλμένες βαλμένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαλμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος βάζω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /val.ˈmɛ.nɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /val.ˈmɛ.ni/ θηλυκό
ΔΦΑ : /val.ˈmɛ.nɔ/ ουδέτερο

Μετοχή[επεξεργασία]

βαλμένος, -η, -ο

  1. που τον έχουν βάλει σε ένα σημείο, τοποθετημένος
  2. που τον έχουν βάλει να κάνει κάτι, τον έχουν υποκινήσει, βαλτός


Μεταφράσεις[επεξεργασία]