βαλτός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : βάλτος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βαλτός βαλτή βαλτό
γενική βαλτού βαλτής βαλτού
αιτιατική βαλτό βαλτή βαλτό
κλητική βαλτέ βαλτή βαλτό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βαλτοί βαλτές βαλτά
γενική βαλτών βαλτών βαλτών
αιτιατική βαλτούς βαλτές βαλτά
κλητική βαλτοί βαλτές βαλτά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαλτός < βάζω + -τός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βαλτός, -ή, -ό

  1. που τον έχουν βάλει, που βάλθηκε, που είναι βαλμένος
  2. (ειδικότερα) που έχει εισχωρήσει, μετά από εντολή άλλων, σε μια ομάδα ατόμων παριστάνοντας τον ομοϊδεάτη τους, είτε για να τους παρακολουθεί είτε για να τους υποκινεί ή παρακινεί να κάνουν ενέργειες που, κανονικά, δεν θα έκαναν
    τελικά ήταν βαλτός από τους γονείς μας για να μην πάμε στις διακοπές στα νησιά, αλλά να πάμε μαζί τους στο χωριό
  3. (οικείο) που προσπαθεί επίμονα και με διάφορες δικαιολογίες και πλάγιους τρόπους να πετύχει κάτι στο οποίο δε συμφωνούν οι άλλοι
    αυτός είναι βαλτός να μας γυρίσει πίσω, επιμένει ακόμα ότι τον πονάει η κοιλιά του

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • βαλτός είσαι;: (οικείο) λέγεται όταν κάποιος μας εκνευρίζει κάνοντας ή λέγοντας πράγματα που είναι φανερό ότι είναι αντίθετα με τα συμφέροντά μας.
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα επίτηδες το κάνεις;

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]