βαμβαίνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαμβαίνω < (ηχομιμητική λέξη)

Ρήμα[επεξεργασία]

βαμβαίνω

  1. χτυπώ τα δόντια μου
  2. τραυλίζω