βαμβακερός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική βαμβακερός βαμβακερή βαμβακερό
γενική βαμβακερού βαμβακερής βαμβακερού
αιτιατική βαμβακερό βαμβακερή βαμβακερό
κλητική βαμβακερέ βαμβακερή βαμβακερό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βαμβακεροί βαμβακερές βαμβακερά
γενική βαμβακερών βαμβακερών βαμβακερών
αιτιατική βαμβακερούς βαμβακερές βαμβακερά
κλητική βαμβακεροί βαμβακερές βαμβακερά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαμβακερός < βαμβάκι + -ερός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βαμβακερός

  1. ο φτιαγμένος από βαμβάκι.
    τα βαμβακερά υφάσματα είναι πολύ άνετα.

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]