βαμβακώνας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βαμβακώνας βαμβακώνες
γενική βαμβακώνα βαμβακώνων
αιτιατική βαμβακώνα βαμβακώνες
κλητική βαμβακώνα βαμβακώνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαμβακώνας < βαμβάκι + -ώνας

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vam.va.ˈkɔ.nas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βαμβακώνας αρσενικό

  • μεγάλη έκταση όπου καλλιεργείται βαμβάκι
    Οι συγκυριακά αυξημένες τιμές φέτος στα σιτηρά, σε συνδυασμό με την επερχόμενη νέα ΚΑΠ, οδηγούν σε στροφή τα προσεχή χρόνια στον κάμπο, ώστε από «βαμβακώνας» να καταστεί και πάλι σιτοβολώνας! (*)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]