βανίλια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βανίλια βανίλιες
γενική βανίλιας
αιτιατική βανίλια βανίλιες
κλητική βανίλια βανίλιες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βανίλια < ιταλική vaniglia < ισπανική vainilla < vaina (φλούδα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βανίλια θηλυκό

  1. είδος αρωματικού φυτού
  2. ο καρπός του παραπάνω φυτού
  3. γλυκό του κουταλιού με την ίδια γεύση

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]