βαναυσότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βαναυσότητα οι βαναυσότητες
      γενική της βαναυσότητας των βαναυσοτήτων
    αιτιατική τη βαναυσότητα τις βαναυσότητες
     κλητική βαναυσότητα βαναυσότητες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαναυσότητα < βάναυσος + -ότης/-ότητα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βαναυσότητα θηλυκό

  1. η ιδιότητα του βάναυσου
  2. βάναυση ενέργεια


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]