βαποριά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βαποριά βαποριές
γενική βαποριάς βαποριών
αιτιατική βαποριά βαποριές
κλητική βαποριά βαποριές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαποριά < βαπόρι + -ιά

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βαποριά θηλυκό

  1. η ποσότητα φορτίου που μπορεί να μεταφέρει ένα βαπόρι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]