βαρβάτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: βάρβαρος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βαρβάτος βαρβάτη βαρβάτο
γενική βαρβάτου βαρβάτης βαρβάτου
αιτιατική βαρβάτο βαρβάτη βαρβάτο
κλητική βαρβάτε βαρβάτη βαρβάτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βαρβάτοι βαρβάτες βαρβάτα
γενική βαρβάτων βαρβάτων βαρβάτων
αιτιατική βαρβάτους βαρβάτες βαρβάτα
κλητική βαρβάτοι βαρβάτες βαρβάτα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαρβάτος < ελληνιστική κοινή βαρβᾶτος < λατινική barbatus < barba < *farba < πρωτοϊταλικά *farβā < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *bʰardʰeh₂ (γένι)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vaɾ.ˈva.tɔs/

Επίθετο[επεξεργασία]

βαρβάτος

  1. (για ζώο) όχι ευνουχισμένος, που χρησιμοποιείται για αναπαραγωγή
    Είχαν ένα βαρβάτο άλογο, έναν επιβήτορα, που τον ζευγάρωναν με φοράδες ή γαϊδούρες. (Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους)
  2. που χαρακτηρίζεται από σεξουαλικό δυναμισμό
     συνώνυμα: νταβραντισμένος
  3. δυνατός σε κάποιον τομέα
    Είναι βαρβάτος επιστήμονας.
     συνώνυμα: σπουδαίος, σημαντικός
  4. μεγάλος ως προς το μέγεθος, τη σημασία ή μεγάλης δυσκολίας
     συνώνυμα: σπουδαίος, σημαντικός
  5. γενναίος, ανδρείος
    Είναι βαρβάτο παληκάρι.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]