βαρβατίλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βαρβατίλα οι βαρβατίλες
      γενική της βαρβατίλας
    αιτιατική τη βαρβατίλα τις βαρβατίλες
     κλητική βαρβατίλα βαρβατίλες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαρβατίλα < βαρβάτος + -ίλα < ελληνιστική κοινή βαρβᾶτος < λατινική barbatus < barba < *farba < πρωτοϊταλικά *farβā < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *bʰardʰeh₂ (γένι)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βαρβατίλα θηλυκό

  1. η δυσοσμία αρσενικών ζώων την εποχή του ζευγαρώματος
  2. (για άνδρες) η κακοσμία που προέρχεται από την απλυσιά
  3. (μεταφορικά) η προσπάθεια επίδειξης ανδρισμού

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]