βαρβιτουρικά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαρβιτουρικά < βαρβιτουρικό

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βαρβιτουρικά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

(φαρμακευτική): ονομασία ομάδας φαρμάκων, παραγόμενα από το βαρβιτουρικό οξύ, με κατασταλτική επίδραση επί του κεντρικού νευρικού συστήματος προκαλώντας συνηθέστερα ύπνο.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]