βαρδαβέλα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βαρδαβέλα βαρδαβέλες
γενική βαρδαβέλας
αιτιατική βαρδαβέλα βαρδαβέλες
κλητική βαρδαβέλα βαρδαβέλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαρδαβέλα < ιταλική vardavella

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βαρδαβέλα θηλυκό

  1. (ναυτικός όρος): το σχοινί ή η μεταλλική βέργα από το οποίο φέρεται το πανί αντένας ιστιοφόρου πλοίου, ο ιστιούχος.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • σε άλλες γλώσσες, όπως στην τουρκική, βαρδαβέλες ονομάζονται και οι κάθετοι στυλίσκοι που φέρονται στο κατάστρωμα των πλοίων

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]