βαρδιάνος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο βαρδιάνος οι βαρδιάνοι
      γενική του βαρδιάνου των βαρδιάνων
    αιτιατική τον βαρδιάνο τους βαρδιάνους
     κλητική βαρδιάνε βαρδιάνοι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαρδιάνος < βενετική vardiano < vardia < παλαιά άνω γερμανική warta (φρουρά, βάρδια) < πρωτογερμανική *warþō < *warōną (επιβλέπω, προσέχω) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *wer- (προσέχω)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βαρδιάνος αρσενικό

Οι βαρδιάνοι ούτοι ήσαν γηραιοί ναύται ή άλλοι άνθρωποι του τόπου πτωχοί, οίτινες, χάριν μικρού μισθού, εδέχοντο να «σπορκαρισθούν», ήτοι να τεθώσιν υπό κάθαρσιν, όπως επιβλέπωσι την ακριβή τήρησιν της καθάρσεως των πλοίων. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Βαρδιάνος στα σπόρκα)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]