βαρελότο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βαρελότο βαρελότα
γενική βαρελότου βαρελότων
αιτιατική βαρελότο βαρελότα
κλητική βαρελότο βαρελότα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαρελότο < ιταλική barilotto < barile (βαρέλι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βαρελότο ουδέτερο

  • εκρηκτική συσκευή μικρής ισχύος που παράγει ισχυρό κρότο και χρησιμοποιείται συνήθως σε εορτασμούς
    Τρεις αμερικανοί τραυματίστηκαν σοβαρά και άλλα τέσσερα άτομα ελαφρότερα, όταν άγνωστος έριξε αυτοσχέδιο βαρελότο σε Ναό στη Οία της Σαντορίνης το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου. (*)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]