βαρεμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βαρεμένος βαρεμένη βαρεμένο
γενική βαρεμένου βαρεμένης βαρεμένου
αιτιατική βαρεμένο βαρεμένη βαρεμένο
κλητική βαρεμένε βαρεμένη βαρεμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βαρεμένοι βαρεμένες βαρεμένα
γενική βαρεμένων βαρεμένων βαρεμένων
αιτιατική βαρεμένους βαρεμένες βαρεμένα
κλητική βαρεμένοι βαρεμένες βαρεμένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαρεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος βαρώ

Μετοχή[επεξεργασία]

βαρεμένος, -η, -ο

  1. που τον έχουν βαρέσει, δαρμένος
  2. (μεταφορικά) παράλογος ή τρελός
    μη δίνεις σημασία, ο άνθρωπος είναι βαρεμένος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]